Επικοινωνήστε μαζί μας στο email: oneiropagida2012@gmail.com

13 Μαΐ 2013

Πες μου το επώνυμό του, να σου πω τί πολιτικός είναι...


Έχετε σκεφτεί τί μπορεί να σημαίνει το όνομα ενός πολιτικού;;;; Αλλά και κατά πόσο τελικά του ταιριάζει..
..
Διαβάστε, ετυμολογίες επωνύμων Ελλήνων πολιτικών και στα σχόλια, δικά σας!!!!


Αλαβάνος. Σχετικό με το ιδιωμ. αλαμάνος, απάνθρωπος, αιμοβόρος. Ετυμολογικά συνδέεται με το φράγκικο alleman, ο Γερμανός, που πέρασε σε μερικές ελληνικές διαλέκτους ως χαρακτηρισμός, όπως κι άλλα εθνικά ονόματα λόγω στερεοτύπων που επικράτησαν στον λαό, Βούλγαρης, Αρναούτης, Τσιφούτης, Λιτζερίνος κτλ. Με επιφύλαξη γιατί πιθανώς να προέρχεται απευθείας από κάποιο δυτικό επώνυμο, καθόλου σπάνιο για τα νησιά των Κυκλάδων, λόγω φραγκοκρατίας.(ΛΔΗΜ)

Αμανατίδης. Από το τουρκ. amanet, παρακαταθήκη-ενέχυρο, σύμφωνα με τον Βογιατζόγλου. Το «Αμανατίδης» ίσως πρόκειται για λόγιο εξελληνισμό του επιθέτου Αμανατιτζής, που σχετίζεται με τον δημώδες αμανατιτζής, ο ενεχυροδανειστής. Αυτός δηλαδή που παρακρατούσε κάτι ως παρακαταθήκη-ενέχυρο, αμανάτι ή αμανέτι, για να το παραδώσει σε άλλον. (ΕΠΜΑ) (ΛΔΗΜ)
Αμοιρίδης. Ίσως να σχετίζεται με την λέξη άμοιρος, ο κακόμοιρος, αλλά θεωρώ ότι το –οι- προήλθε από λόγιο ορθογραφικό «εξελληνισμό». Είναι πιθανότερη η συσχέτιση του με το μεσν. αμιράς, ο άρχοντας, στρατηγός, που χρησιμοποιήθηκε και ως βαφτιστικό,εξού και η διάδοσή του. Η λέξη χρησιμοποιείται και θωπευτικά ως προσφώνηση , «αμιρά μου»(άρχοντα μου)<αραβ.῾amīr, η λέξη από τον 7ο αι.(μ.Χ) στα ελληνικά.
Αναγνωστάκης- Από το ν.ε. αναγνώστης ο. 1) Aυτός που διαβάζει 2) Πρόσωπο με κατώτερο εκκλησιαστικό βαθμό <αρχ.ουσ. αναγνώστης,που βοηθεί το διάκονο και τον ιερέα στα έργα τους. 3) Και τρίτη εκδοχή και επικρατέστερη, από το βαφτιστικό Αναγνώστης, διαδεδομένο σε ορισμένες περιοχές όπως στην Πελοπόννησο, εξού και η ευρεία διάδοση του ως επώνυμο, με όλες τις παραλλαγές του.
Ανδρουλάκης. Από το βαφτ. Ανδρέας, και τις καταλ. 1)–ίκος, από την μεσν. υποκορ. κατάλ. –ίκι(ο)ν, πρβλ. πέρδιξ-περδίκιον κ.α.,2) –ίτσος, εξέλιξη του μεσν. υποκορ. επίθ. –ίτζι(ν),-ίτσι(ν), εξέλιξη του παλαιότερου –ίκιν, πρβλ. αστρίκιν/αστρίτσι, 3) –ούτσος, εξέλιξη απο το μεσν. επίθημα –ούτση(ς)-ικος< ιταλ. υποκορ. επίθημα ucc(io), πρβλ. ιταλ. animaluccio “ζωάκι”. Ως επώνυμα με αυτούς τους τύπους, τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, όπου αναφέρονται Ανδρούτζος στη Βέροια, και ᾿Ανδριτζόπουλος στην Αιτωλία.
Αυγενάκης/ Αυγέρης/Αυγερόπουλος κ.α.- Από το βαφτ. Αυγερινός/Αυγέρης/Αυγένης,δημώδες όνομα από το επίθετο του πλανήτη Αφροδίτη, όπως φαίνεται την αυγή ως το τελευταίο άστρο της νύχτας <μεσν.επιθ. Αυγερινός<αρχ. αυγή, κατά το εσπερινός, νυχτερινός κ.α.
Βολουδάκης/Βολούδης- Επώνυμο Σφακιανής οικογένειας, που είναι κλάδος των Πατακών. Η μόνη ερμηνεία που μπορώ να δώσω όσον αφορά την ετυμολογία του επων. Βολούδης, είναι να σχετίζεται με το δημωδ. βόλος,μικρή σφαίρα από γυαλί, η μπίλια,<αρχ. βῶλος. Η κατάληξη –ούδης, από το υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, -ούδι, μσν. -ούδιν < ελνστ. –ούδιον. Σχετικό επώνυμο αναφέρεται στην Κρήτη(Κάλαμος), τον 14ο αιώνα, Βόλακας, που σχηματίστηκε από το ίδιο θέμα και την μεγενθ. αρσενικών ονομάτων –άκας. (ΛΤ)(BZP) 
Βορίδης/Βοριάς/Βορέας/Βοράκης- Από το δημ. βοριάς,βορέας, ο βόρειος άνεμος, μσν. βοριάς < αρχ. βορέας. Ίσως να χρησιμοποιήθηκε και σαν βαφτιστικό. Παρόμοια επίθετα Πουνέντης, Μαΐστρος, Σιρόκος κτλ. (ΛΤ)
Βρούτσης/Βούρτσης- Από το μεσν.(και σημ.ιδιωμ.) βρουτσί(ν), μικρή βούρτσα από τρίχες χοίρου, <ουσ. βρούτσα. Ως επώνυμο με τη μορφή Βούρτζης, ήδη τον 11ο αιώνα.( J.-Cl. Cheynet, C. Morrisson and W. Seibt)(BZP)(ΜΣΚ)
Γεροντόπουλος/Γέρος/Γέρου/Γερούδης/Γερούσης κ.α.- Από το δημώδ. γέροντας, γέρος, ο ηλικιωμένος, < μσν. γέροντας < αρχ. γέρων, αιτ. –οντα. Και ως μοναχικό όνομα Γερόντιος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεροδυάκος(sic), το 1357 στην Πόλη, Γεροκαλάς,1287 Πάφος, Γέρος το 1394-Λευκωσία,κτλ. (BZP) (ΛΤ)
Γεωργιάδης/Γεωργίου/Γεωργόπουλος/Γεωργούσης/Γεωργούλιας κ.α.- Από το βαφτ. Γεώργιος, ένα από τα δημοφιλέστερα βαφτιστικά στην Ελλάδα, όνομα αγίων, πατριαρχών, < αρχ. γεωργός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεωργίλας(1360-Σέρρες), Γεωργίτζης (1271-Χαλκ/κη), Γεωργιτζόπουλος(1375-Μυστράς) κτλ (BZP) (ΛΜ)
Γιακουμάτος/Γιακουμής/Γιακουμάκης/Γιακούμογλου κ.α.- Από το βαφτ. Γιακουμής, μορφή του Ιάκωβος. Ίσως επηρεασμένο από την βενετσ. εκδοχή του ίδιου ονόματος, Giacomo<υστερολατ. Jacomus/Jacobus<Ιάκωβος. Το Ιάκωβος αποτελεί εξελληνισμένη μορφή του αρχικού εβραϊκού Ιακώβ>Ya’akov, που συνδέεται με το εβρ. aqeb- φτέρνα- , επειδή σύμφωνα με τη βίβλο ο Ιακώβ γεννήθηκε δεύτερος κρατώντας τη φτέρνα του αδελφού του Ησαύ. (ΛΜ)
Γκιόκας- Από την αρβαν. βαφτ. Γκιόκας-Γεώργιος.{ΤΟΖ}
Ή Γκιόκας- Από το τουρκ. gök, ο γαλάζιος, γαλαζωπός(ΕΠΜΑ)
Γκιουλέκας- Από το δημώδ. γκιουλέκας, πληθ. γκιουλέκηδες, ο νταής, ο ψευτοπαλικαράς: «Kάνει τον γκιουλέκα». Από το όνομα Αλβανού άτυχου επαναστάτη του 19ου αιώνα, Gjoleka. Το αλβανικό επίθετο Gjoleka προέρχεται από τα βαφτ. Gjon-Ιωάννης και Leka-Αλέξανδρος {Λ.Τ.}
Δρίτσας- Από το δημωδ.δρίτσα(συνηθ.πληθ.δρίτσες), ναυτικός όρος, τα σχοινιά από τα οποία κρέμονταν οι αρτέμονες.&lt;ιταλ.drizza.Πρβλ. σχετικά με τη ναυσιπλοία επώνυμα Μάϊνας, Μπαρμπαρέσος, Λαγουδέρης, Φλόκος κτλ συνήθως ιταλικής προέλευσης αφού τα ιταλικά(βενετικά) ήταν ηlinguafranca και περίπου επίσημη γλώσσα των ναυτικών την περίοδο της δικής μας τουρκοκρατίας. (ΛΔΗΜ)
Καλαφάτης -τεχνίτης ειδικός στο καλαφάτισμα* πλοίου,από το μεσν. καλαφάτης, πιθ. <υστλατ. *calefa(c)tor καλαφατίζω. (Ναυτ.) βουλώνω με στουπί και πίσσα τις χαραμάδες πλοίου, επισκευάζω πλοίο. Ως επώνυμο ήδη απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Καλαφάτης το 1336 στην Απάμεια. Γνωστός με αυτό το επώνυμο και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ 'Ε ο Καλαφάτης.{ΜΣΚ}(BZP)
Καράμανλης (Καραμάνης) κτλ -Από το τουρκ. karaman, ο μαυριδερός, ή ο καταγόμενος από την Καραμανία. Παρόμοια μη πατριδωνυμική χρήση του παραγωγικού επιθήματος -li(λής)μπορούμε να τη συναντήσουμε στα νεοελληνικά λεξιλογικά δάνεια απο την τουρκική μερακλής, μπελαλής, παραλής(παράς-λεφτά), σεβνταλής κτλ. Φυσικά η περίπτωση να σχετίζεται το επώνυμο με την περιοχή της Τουρκίας Karaman δεν είναι καθόλου απίθανη, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε κάθε περίπτωση πως χρησιμοποιείται το παραγωγικό επίθημα -λής(τουρκ. li) (ΕΠΜΑ) και (ΛΜ)
Κουτσούκος- Από το τουρκ. kucuk, μικρός.{ΣΗΤΡ}
Κρεμαστινός- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από χωριό με το όνομα Κρεμαστη. Χωριά με αυτό το όνομα υπάρχουν στη Ρόδο, Ξάνθη, Λακωνία. {ΤΠΝΜ}
Κυρίτσης- τιμητικός τίτλ. 1) κύριος, άρχοντας, 2)αξιωματούχος: του κλήρου κυριτσάδες, <ουσ. κύρης + κατάλ. –ίτσης. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 11οαιώνα,(Κυρίτζης).{ΜΣΚ}
Λαφαζάνης- Από το τουρκ.περσ. lafazan, ο φλύαρος, καυχηματίας. {ΣΗΤΡ}
Λοβέρδος- Επώνυμο από το ιταλ. κύριο όνομα Lombardo <αρχικά όνομα εθνότητας, τν Λομβαρδών-Λογγοβάρδων.{ΚΥΘΝ}
Μεϊμεράκης- Από το τουρκ. mimar, ο αρχιτέκτωνας.(ΕΠΜΑ)
Ξηροτύρης- Από το ν.ε. ξηροτύρι, ξερό (στεγνό ή σκληρό) τυρί, ξηρός + ουσ. τυρί. {ΜΣΚ}
Οικονόμου. Συχνότατο ελληνικό επώνυμο, κυρίως λόγω της σημασίας της λέξης οικονόμος ως εκκλησιαστικός αξιωματούχος, κληρικός, υπεύθυνος κυρίως για την οικονομική διαχείριση εκκλησίας ή μοναστηριού. {Λ.Τ.}
Πάγκαλος- Από το μεσν. πάγκαλος, υπερθ. παγκάλλιστος, 1) ο πάρα πολύ ωραίος, πανέμορφος, 2) ο πάρα πολύ ενάρετος, έντιμος, ηθικός,< αρχ. επίθ. πάγκαλος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, σε Θεσ/κη, Κύπρο, Τραπεζούντα, Σέρρες, Χαλκιδική,κτλ. (BZP)(ΜΣΚ)
Παπούλιας- Από το δημωδ. παπούλιας-παπούλης, υποκορ.του παππούς, και ο γέρος ιερέας. Οι κατάλ. –ούλης/-ούλιας, συνηθέστατες σε επώνυμα, προέρχεται από το μσν. επίθημα -ούλι(ν). Σε επώνυμα η κατάλ.-ούλης τουλάχιστον από τον 13οαιώνα, πρβλ.Σακκούλης, Γιαννούλης(1402-Κρήτη),Φωτούλης(1318-Στρυμών),Καρδούλης(1303-Χαλκιδική) κτλ. Σήμερα βλ.Γιαννούλης-Γιαννούλιας,Φωτούλης- Φωτούλιας, κτλ (BZP)(ΛΤ) (ΛΔΗΜ)
Παφύλλης- Από το ν.ε. παφύλλι, υποκορ. του πάφυλλας< συμφ. τουρκ. pafta(μικρή μετταλική πλάκα) και του πληθ. φύλλα. Η λέξη από τα ελληνικά και στα βλαχ. pafil “o λευκοσίδηρος”.{ΤΟΖ}
Πιπιλής/Πιπίλας- Από το δημωδ. ρήμα πιπιλίζω-πιπιλώ, πιπιλής αυτός που πιπιλίζει. Όπως έχουμε αναφέρει ξανά, δεν είναι καθόλου σπάνιο να σχηματίζονται επώνυμα από απλούς τύπους ρημάτων, πολλές φορές από το τρίτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα, πρβλ. Αγρεύης (αγριεύει), Ασημώνης (ασημώνει), Βουλώνεις (βουλώνει), Γαργαλής (γαργαλεί), Γουρλώνης (γουρλώνει), Δένης (δένει), Κακιώνης (κακιώνει), Κατέχης (κατέχει), Κολώνης (κωλώνει), Κουμαντάρης-Κουμανταράκης (κουμαντάρει), Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει), Κρυώνης (κρυώνει), κτλ βλ. εισαγωγή «Ελληνικά επίθετα (Α-Λ)-ετυμολογία», σχόλια Ανδριώτη. (ΛΔΗΜ)
Ρήγας, Παπαρήγας ,Ρηγόπουλος ,Παπαρρηγόπουλος- Από το ν.ε. ρήγας,λαικότροπα ο βασιλιάς, μσν. ρήγας < ελνστ. ῥήξ, αιτ.ῥῆγα < λατ. rex. Τα παραπάνω επώνυμα σχηματίζονται με τα σύνηθες πρώτο συνθ. παπάς, και την χαρακτηριστική καταλ. –όπουλος.{Λ.Τ.}
Σακοράφας: Από το ν.ε. σακοράφα, μεγάλη και χοντρή βελόνα που χρησιμοποιείται για ράψιμο με σπάγγο<ελνστ. σακκοράφος.{Λ.Τ.}
Σκορδάς-από τη ν.ε. λέξη σκόρδο, ελνστ. σκόρδον < αρχ.Σκόροδον{Λ.Τ.}
Στουρνάρης- Από το ν.ε. στουρνάρι, 1. (λαϊκότρ.) α. τσακμακόπετρα. β. κάθε πέτρα σκληρή και αιχμηρή, 2. (μτφ., οικ., μειωτ.) για άνθρωπο αμόρφωτο, άξεστο ή κουτό. < *στορυνάριον υποκορ. του ελνστ. στορύνη `νυστέρι΄, με επέκτ. της σημ. για κοφτερές πέτρες.{ΣΗΤΡ}
Τασιούλας- Απο την μορφή του βαφτ. Αναστάσιος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα. Αναστάσιος>Τάσιος(για την ακρίβεια προφερόταν Τάσjoυς,ο) συν το μεγενθ. επίθημα –ούλας. (ΛΤ) (ΒΕΛΒ)
Τατούλης/Τατάς- Απο το τατάς(ή τάτας), λέξη παιδική, ο μπαμπάς. Η λέξη έχει επιβιώσει σε διάφορες διαλέκτους, απο το αρχ. τάτα-τέττα, σύφμωνα με τον Ησύχιο: "τέττα• νεωτέρου πρός πρεσβύτερον τιμητική προσφώνησις".(ΛΔΗΜ)
Χαλβατζής-Απο το τουρκικό halva (<>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου