Επικοινωνήστε μαζί μας στο email: oneiropagida2012@gmail.com

30 Δεκ 2014

Η μαγεία των παραμυθιών και η λυτρωτική επίδρασή τους στην πίεση της σύγχρονης εποχής

Της Ελένης Μαράκη*
Οι γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς συνδέονται άρρηκτα με τη μαγεία των παραμυθιών που κάποτε διαβάσαμε ως παιδιά ή ακούσαμε καθισμένοι γύρω από το τζάκι με την επιβλητικότητα του μισοσκόταδου αλλά κι αυτά που ως μεγαλύτεροι αφηγηθήκαμε ή συνεχίζουμε να αφηγούμαστε στα δικά μας παιδιά και εγγόνια. 
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, η νεράιδα του χιονιού, ο καρυοθραύστης, οι τάρανδοι του Αϊ- Βασίλη και τόσα άλλα παραμύθια κλασσικά και σύγχρονα που έχουν στη θεματολογία τους τις μέρες αυτές, γεμίζουν τη σκέψη μας με εικόνες μαγευτικές, έστω και για λίγο, ικανές να κρύψουν την ασχήμια της καθημερινότητας και τον τρελό ρυθμό της σύγχρονης ζωής. 
Χιονισμένα τοπία, έλατα στολισμένα με πολύχρωμα στολίδια, νεράιδες και καλικάντζαροι, ξωτικά και βασιλοπούλες και μια γνωστή χαμογελαστή φιγούρα με κοκκινόασπρη στολή άλλοτε καθισμένη σε έλκηθρο, άλλοτε σε μια τεράστια πολυθρόνα κι άλλοτε στριμωγμένη στη καμινάδα προσπαθώντας να ρίξει τα δώρα που ζητήσαμε, είναι οι πιο χαρακτηριστικές εικόνες των χριστουγεννιάτικων παραμυθιών.

Η φιγούρα του Αϊ- Βασίλη αποτελεί το κυρίαρχο πρόσωπο των εορτών αλλά και των παραμυθιών που τα παιδιά επιλέγουν να τους αφηγηθούμε τις μέρες αυτές. Είναι ο λατρεμένος ήρωας που κατεβαίνει από το βορρά για να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες όλων των παιδιών του κόσμου, ακόμη κι αν ζουν σε χώρες μη χριστιανικές. Ο παππούς με την άσπρη γενειάδα, επιβλητικός και ευχάριστος, ακούραστος και χαμογελαστός, φαντάζει στα μάτια των μικρών παιδιών ως υπερδύναμος άνθρωπος με απεριόριστη υπομονή, που θα διαβάσει χιλιάδες γράμματα και θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί σε αυτά, ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο για να φτάσει στην ώρα του χαρίζοντας τους το χαμόγελο της ικανοποίησης. 
Είναι γιʼ αυτά ο άγγελος της αφθονίας και της πληρότητας, η μορφή που αντιπροσωπεύει την πραότητα και την αθωότητα και που μπορεί να αφουγκράζεται και να ικανοποιεί ακόμη και τις δυσκολότερες επιθυμίες και ανάγκες τους.
Κι ενώ η μαγική εικόνα του Αϊ- Βασίλη ως συμβολισμός παραμένει σταθερή σε παγκόσμιο επίπεδο με κοινά χαρακτηριστικά, για κάθε παιδί έχει το δικό του μοναδικό νόημα, άλλες φορές ισχυρό κι άλλες αδιάφορο. Αυτό σίγουρα εξαρτάται από τις ανάγκες του κάθε παιδιού αλλά και από το πώς εμείς οι μεγάλοι αντιλαμβανόμαστε και μοιραζόμαστε το συμβολισμό του Αϊ-Βασίλη.
Για κάποια παιδιά μπορεί ο Αϊ-Βασίλης να είναι η διέξοδος από τη καθημερινότητα, ο παππούλης που νοιάζεται για αυτά και δείχνει την αγάπη του ανεξάρτητα από τις πράξεις τους. Εκείνος που δε θα τα τιμωρήσει και δε θα τα στερήσει από το δώρο τους επειδή δεν είναι φρόνιμα.

Τα παιδιά της μικρότερης ηλικίας που δεν μπορούν ακόμα να διαβάσουν έρχονται σε επαφή με το μύθο μέσω του ατόμου που τους τον μεταφέρει. Έτσι ο Αϊ- Βασίλης είναι η προσωποποίηση της έννοιας των Χριστουγέννων και αντιπροσωπεύει την αγάπη, την ευχαρίστηση και τη γενναιοδωρία. Περνάει στο υποσυνείδητο ως ο άνθρωπος της προσφοράς που δε περιμένει αντάλλαγμα, προσωπικότητα λαμπερή και οικεία. Αργότερα που τα παιδιά μπορούν να διαβάζουν και να συνδέονται αυτόνομα με το μύθο του Αϊ- Βασίλη και το περιεχόμενό του, το αντίκτυπο στο ψυχισμό τους σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο, ενώ η αλληλεπίδραση μύθου και αναγνώστη μπορεί να παράγει ένα εντελώς διαφορετικό και συνάμα μοναδικό αποτέλεσμα. Ο μύθος φέρει τα δικά του σύμβολα στα οποία τα παιδιά προβάλλουν τις δικές τους φανταστικές εικόνες προσδοκίας ανάλογες των δικών τους εσωτερικών συμβόλων αλλά και προσωπικών βιωμάτων.

Πόσο κρατάει όμως αυτή η μαγευτική εικόνα του Αϊ- Βασίλη; Γιατί και πότε πρέπει να μπουν περιορισμοί στη φαντασία; Χρειάζεται άραγε η παρέμβαση των ενηλίκων που με ρεαλιστικά επιχειρήματα θα πείσουν τα παιδιά για μια διαφορετική εικόνα του μαγικού και την προσαρμογή στην πραγματικότητα; Θα λέγαμε όχι.
Τα παιδιά έχουν ανάγκη το μαγικό στοιχείο τόσο του συγκεκριμένου μύθου όσο και των κλασσικών παραμυθιών για να κατανοήσουν καλύτερα τον κόσμο αφού η δική τους σκέψη είναι μαγική. Η μαγεία των παραμυθιών επιτρέπει στα παιδιά να ζήσουν καλύτερα την παιδική τους ηλικία και να οραματιστούν τις ενέργειες που θα πραγματοποιήσουν μελλοντικά, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μαλεβίτσης: «Ευτυχισμένος όποιος περιβεβλημένος με τέλεια, σύγχρονη μεθοδολογική συγκρότηση, διατηρεί εντός του και τη γοητεία της μυθικής αίσθησης του κόσμου».
Τα παιδιά πείθονται και μαθαίνουν πιο χαρούμενα και γλυκά μέσα από τη μαγεία των παραμυθιών. Μέσα από τις φανταστικές ιστορίες τους, δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα που τα απασχολούν, όπως για την ταυτότητά τους, για τους γονείς τους, για το πώς έγινε ο κόσμος. Είναι οι γονείς τους παντοδύναμοι; Δεν είναι; Τι θα γίνει αν δεν είναι; Πώς θα προστατευτούν;
«Τα μαγικά παραμύθια μας λένε ότι, παρά τις αντιξοότητες, μια καλή ζωή, γεμάτη παρηγοριά, είναι εφικτή, υπό τον όρο ότι δεν θα αποφύγουμε με επιδεξιότητα τους αγώνες που είναι γεμάτοι κίνδυνο και χωρίς τους οποίους δε θα βρούμε ποτέ την πραγματική μας ταυτότητα», γράφει ο Μπέτελχαϊμ.

Τα παιδιά μέχρι και τη νηπιακή τους ηλικία δεν μπορούν να καταλάβουν πολύ καλά την πραγματικότητα με εξηγήσεις λογικές, γιατί δεν έχει αναπτυχθεί αυτό που εμείς ονομάζουμε δευτερογενή εργασία της σκέψης, δηλαδή προχωρημένη – προηγμένη σκέψη με έννοιες και σύμβολα. Έτσι με τη βοήθεια των παραμυθιών η φαντασίωση γεμίζει τα πελώρια κενά, που έχουν όσον αφορά στην κατανόηση της πραγματικότητας, εξαιτίας της ανώριμης κρίσης τους. 
Μεςʼ τη μαγεία των παραμυθιών, όλα τα περίεργα και φοβερά φαίνεται ότι μπορεί να συμβούν, αυτό που μόλις που μας ανησυχεί στο τέλος μας καθησυχάζει. Συνήθως στην έναρξη παρουσιάζεται μια προβληματική κατάσταση, που απαιτεί λύση, όπως στην Κοκκινοσκουφίτσα, στη Χάνσελ και Γκρέτελ, τον Κοντορεβιθούλη κ.ά. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί οδηγεί τα παιδιά και τα εισάγει στην έννοια της επίλυσης προβλημάτων: τι πρέπει να κάνω, για να βγω από τη δύσκολη θέση; Κάτι που είναι πολύ σημαντικό και σοβαρό για την ανάπτυξη, την υγεία, την ηρεμία και τις επιτυχίες των παιδιών στη ζωή τους.
Στο τέλος, σχεδόν πάντα, γίνεται επιστροφή στην πραγματικότητα. Και αυτό είναι επίσης πολύ σπουδαίο, γιατί η ονειροπόληση δε μένει θολή και τα παιδιά μετέωρο να ονειρεύονται, αλλά έτσι η ονειροπόληση και η παλινδρόμηση, που έρχεται μέσα από αυτή, εξυπηρετεί την άμυνα των παιδιών σε πιέσεις από μέσα τους – από τον εσωτερικό τους κόσμο – και από το εξωτερικό περιβάλλον.

Στα παραμύθια το αδύνατο γίνεται δυνατό και κυρίως όχι το «δυνατό» αλλά το «επιθυμητό», επιβεβαιώνει ο Μπάτελχαίμ, αναφερόμενος στον Τόλκιν και οι μεταμορφώσεις αποτελούν κοινό τόπο ενώ οι χειρότερες δοκιμασίες ξεπερνιούνται νικηφόρα από τον ήρωα, με τον οποίο τα παιδιά ταυτίζονται στις περισσότερες περιπτώσεις.
«Τα παραμύθια»», γράφει ο Ζακ Μπαρσιγιόν, «εκφράζουν ταυτόχρονα αυτόν τον κόσμο (τον «πρωταρχικό» κόσμο) και την ψυχή μας με τους λύκους της, τις νεράιδες της, τα σκληρά της πρόσωπα, τους δράκους και τις μητριές της». Έχουν λοιπόν ένα διπλό «αποκαλυπτικό» χαραχτήρα αφού μπορούν να είναι καθρέφτες του κόσμου και καθρέπτες του ανθρώπου στα βάθη της ψυχής του.
Η επίδραση των παραμυθιών στους μικρούς ακροατές ή αναγνώστες προκύπτει από το ότι συγκεντρώνουν στα πρόσωπα, στις καταστάσεις και τα σύμβολα που τα αποτελούν, τη «διπλή πορεία» που αναφέρει ο Ζιλπέρ Ντυράν: «Η διπλή ανθρωπολογική πορεία, δηλαδή η ακατάπαυστη επικοινωνία που υπάρχει στο επίπεδο της φαντασίας ανάμεσα στις υποκειμενικές και αφομοιωτικές παρορμήσεις και τις αντικειμενικές εξωτερικεύσεις αναβλύζει από το κοσμικό και κοινωνικό περιβάλλον».

Οι ήρωες των παραμυθιών αποτελούν μορφές, πάνω στις οποίες τα παιδιά εξωτερικεύουν με ελεγχόμενο και οργανωμένο τρόπο αισθήματα κακά ή απαγορευμένα. Κι ακόμη, με τους κακούς μάγους εξωτερικεύεται η καταστροφικότητα, που έχουν μέσα τους, με τους κακούς λύκους η εκδικητικότητα και οι φόβοι, οι περιπέτειες και η διάθεση του παιδιού για πειραματισμό. 
Τα παιδιά συμπάσχουν με τους ήρωες των παραμυθιών, βιώνοντας καταστάσεις παρόμοιες με αυτές της δικής τους ζωής και έτσι μπορούν να ξεπερνούν τις αγωνίες και τους φόβους τους. Ενισχύουν την αυτοπεποίθηση τους και αποκτούν αισθήματα αυτονομίας: τα παιδιά αρχίζουν να νικούν και καταφέρνουν κάτι μόνα τους.
Στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας όπως γνωρίζουμε, αρέσει πολύ να παίζουν με τη λάσπη, να λερώνονται, να τσαλαβουτούν. Εμείς τα πιέζουμε για καθαριότητα, κι εκείνα βρίσκουν την αδελφή ψυχή στη Σταχτοπούτα, που, όμως – δικαιολογημένα η «κακομοίρα»! – είναι βρόμικη. 
Σοβαρή είναι η προσέγγιση της πραγματικότητας, λοιπόν, μέσα από τις φανταστικές ιστορίες των παραμυθιών, και όχι μόνο δεν απομακρύνονται τα παιδιά από αυτήν όπως κάποιοι υποστηρίζουν, αλλά σύμφωνα με την Ιζαμπέλ Ζαν «Η αυθεντική φαντασία δεν μας απομακρύνει από την πραγματικότητα, αλλά μας την αποκαθιστά, κυρίως γιατί μας βοηθάει να υπερπηδήσουμε το βάθος της λησμονιάς, την οθόνη της λησμονιάς που προκαλεί η συνήθεια».

Τα παραμύθια καλλιεργούν τη φαντασία των παιδιών χωρίς να τα ξεγελούν και το απελευθερώνουν από το άμεσο παρόν παρέχοντας τους τη δυνατότητα να απομακρυνθούν από αυτό με ασφάλεια. Η ταύτιση με τους ήρωες των παραμυθιών δεν πρέπει να μας προκαλεί αφελείς ψευδαισθήσεις ότι τα παιδιά βγαίνουν έξω από τον πραγματικό κόσμο, παραδομένα σε φανταστικές περιπέτειες, γιατί ειδικά τα σημερινά παιδιά είναι ικανά να περάσουν σχεδόν απόλυτα στην απέναντι όχθη της πραγματικότητας και ταυτόχρονα να γνωρίζουν ότι σχεδόν πάντα δεν αποκόπτονται εντελώς από τη σφαίρα του φανταστικού.
Τα παιδιά σήμερα συνεχίζουν να πιστεύουν στις νεράιδες, στους μάγους παλιούς και σύγχρονους, ακριβώς γιατί ξέρουν ότι δεν υπάρχουν, όπως λέει ο Μισέλ Μπιτόρ, «οι νεράιδες υπάρχουν στα παραμύθια ακριβώς για να μην πιστεύουμε σʼ αυτά», έτσι κι αλλιώς συνεχίζει ο ίδιος: « Η ίδια η ζωή μετατρέπει όλα τα παιδιά σε ενήλικες». Ας αφήσουμε λοιπόν τη μαγεία των παραμυθιών να ασκήσουν τη γοητεία τους στην παιδική ηλικία, κάνοντας τη φαντασία τους να περιπλανηθεί και να χαθεί μέσα στα σκοτεινά δάση όπου ο Κοντορεβιθούλης ψάχνει να βρει το δρόμο του.
Γιατί όπως λέει ο Ζορζ Ζαν θα πρέπει όσο μεγαλώνουμε να κρατάμε όλο και περισσότερο ζωντανή μέσα μας την παιδική μας ηλικία πιστεύοντας ότι μέσα από τη φαντασία μπορεί να ξεπηδήσει μια σπίθα που θα αλλάξει την αφηρημένη μορφή του κόσμου, ο οποίος χρειάζεται τη δύναμη των παραμυθιών και τη ποιητική ανατροπή προκειμένου να επιζήσει. 

Το συνεχές δούναι και λαβείν και η ανατροφοδότηση που παρατηρείται κατά την επαφή των παιδιών με τα παραμύθια, χαλκεύει δεσμούς φιλίας και αγάπης, που όλο και σπανιότερα συναντάμε στη μηχανοκρατούμενη και χρησιμοθηρική εποχή μας. Η κρίση της οικογένειας, η ανάγκη να δουλεύουν και οι δυο γονείς όταν συμβιώνουν, η απουσία του παππού και της γιαγιάς, ο εγκλωβισμός σε διαμερίσματα κλουβιά, η πολύωρη παγίδευση μπροστά στην τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, το φορτωμένο σχολικό και εξωσχολικό πρόγραμμα, αποτελούν αρνητικούς παράγοντες που επαυξάνουν την απομόνωση των σημερινών παιδιών, τα οποία στερούνται το ζεστό ανθρώπινο λόγο, την ανακουφιστική και υποστηρικτική ανθρώπινη παρουσία. Πολλά παιδιά δεν ακούνε σήμερα παραμύθια και ιστορίες και δεν έχουν σε ποιον να εμπιστευθούν τις δικές τους.
Από τον παιδικό ως το πανεπιστήμιο, τα σημερινά παιδιά ζούνε σε ένα ρυθμό διάσπασης της προσοχής η οποία διαχέεται σε αντίθεση με τη συγκέντρωση που μπορούν να προκαλέσουν με την αφήγηση τους τα παραμύθια κάνοντας τα να επιστρέφουν στην ηρεμία και τη γαλήνη.

Τα παιδιά, βεβαίως, έχουν ανάγκη να συμμετέχουν στην αφήγηση του παραμυθιού και πολλές φορές να συνομιλούν με αυτόν που το αφηγείται είτε ζητώντας επεξηγήσεις είτε εκφράζοντας τα συναισθήματά τους. Επιδιώκουν επίσης την επανάληψη κι αυτό θεωρείται φυσιολογικό όπως τονίζει ο Μπέτελχαϊμ, γιʼ αυτό χρειάζεται να τα επαναλαμβάνουμε όσες φορές μας το ζητήσουν αφού η επανάληψη επιτρέπει να «ανασταίνουμε κάθε φορά την ιστορία» και νʼ αφήνουμε το χρόνο να δράσει.
Πέρα από τα κλασικά παραμύθια όμως και τη μαγεία που προκαλούν, έχουν γραφτεί μεταγενέστερα παραμύθια με σύγχρονους ήρωες, που με τις συμπεριφορές τους και τις μεταμορφώσεις τους, μπορεί να αναστατώσουν τον παιδικό κόσμο, επειδή περιέχουν αλλόκοτα στοιχεία. Αυτά τα αλλόκοτα στοιχεία είναι που προκαλούν ένταση, νευρικότητα, άγχος και πολλές φορές, φοβίες στα παιδιά.

Τα κόμικς για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ο Ζορζ Ζαν, αποτελούν ένα σημάδι του τέλους των μαγικών παραμυθιών (και της αναγέννησής τους), αν και όπως γράφει ο Μισέλ Μπιτόρ, «Τα μαγικά παραμύθια συνδέονται στενά με την κοινωνία στην ισορροπία της οποίας συνέβαλλαν, και νομίζω ότι δεν είναι πλέον δυνατόν στις μέρες μας να γραφούν αυθεντικά ʽκαινούρια μαγικά παραμύθια. Τα παλιά εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά, καθώς οι δυσκολίες που συναντά το παιδί μεγαλώνοντας δεν είναι ίδιες με εκείνες των περασμένων εποχών, είμαστε υποχρεωμένοι να τα συμπληρώσουμε με καινούριες ιστορίες, όπου οι μάγισσες θα έχουν αλλάξει τόσο πολύ το πρόσωπό τους, ώστε πρέπει να τους δώσουμε άλλα ονόματα». Συμπληρώνοντας τα λόγια του Μισέλ Μπιτόρ, θα λέγαμε ότι η τεχνολογία του σήμερα με τις παραφρονητικές της αποκλίσεις, το απάνθρωπο περιβάλλον που ο ίδιος ο άνθρωπος δημιούργησε και τα τεράστια οικολογικά προβλήματα μπορεί να αποτελούν τους δράκους και τις μάγισσες της σύγχρονης κοινωνίας.
Έχοντας λοιπόν ορθάνοιχτα τα αυτιά και μάτια μας σε κάθε σύγχρονο μαγικό στοιχείο, μας μένει να αναφέρουμε τον τρόπο με τον οποίο τα παραμύθια εξακολουθούν να αγγίζουν τις ψυχές μας παραμένοντας απαράμιλλο ορυχείο επινόησης και δημιουργικότητας. Επιβεβαιώνουμε τη δύναμη που έχουν να συμβάλλουν στην ψυχαγωγία και τον εμπλουτισμό των γνώσεων των παιδιών, στην εκφόρτιση απωθημένων ή απαγορευμένων τάσεων με ελεγχόμενο και ουδέτερο τρόπο, στην προαγωγή της ονειροπόλησης με στόχο την άμυνα σε εξωτερικές πιέσεις και εξωτερικά φοβογόνα ερεθίσματα, στην απαλλαγή από δυσφορία άγχη, στην ενίσχυση των αμυνών του ψυχισμού, στην τελειοποίηση της σκέψης, των στάσεων επίλυσης προβλημάτων, στην υποστήριξη της αυτονομίας και της αυτοπεποίθησης, στην ενίσχυση ηθικών αξιών και τέλος στην ενστάλαξη ελπίδας για το μέλλον.

Εμπιστευόμαστε λοιπόν τους παραδοσιακούς ήρωες και τις περιπέτειες τους στη ζωή, ενώ αντιμετωπίζουμε με επιφυλακτικότητα τους μοντέρνους, τους σύγχρονους ήρωες. 
Και όπως είπε ο Σίλερ: «Βαθύτερα νοήματα βρίσκονται στα παραμύθια που έμαθα, όταν ήμουν παιδί, παρά στην αλήθεια που διδάχθηκα από τη ίδια τη ζωή».

* Η Ελένη Π. Μαράκη είναι Σχολική Συμβουλος της 3ης Περιφέρειας Ν. Ηρακλείου


http://www.patris.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου